Παγκύπρια έρευνα για άτομα με Γεροντική Άνοια ή Χρονία Ψύχωση που διαμένουν σε Στέγες ηλικιωμένων και ανάπηρων (Γηροκομεία)

Δείτε και τις σχετικές έρευνες:

Η Επιτροπή Εποπτείας Ψυχικά Ασθενών μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τον Νόμο 77(1) του 1997 για έλεγχο των συνθηκών διαβίωσης και φροντίδας που παρέχεται σε εξωνοσοκομειακές δομές σε άτομα που πάσχουν από νευροψυχιατρικές διαταραχές αποφάσισε να διενεργήσει την πρωτοποριακή αυτή έρευνα σε Γηροκομεία από όλη την Κύπρο. Τα αποτελέσματα της περιέχουν πολύτιμα στοιχεία που μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο από τις κυβερνητικές υπηρεσίες όσο και από άλλους ενδιαφερομένους φορείς.

Η Έρευνα έγινε με την οικονομική αρωγή της Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας Κύπρου καθώς και τη συνεργασία του Συνδέσμου Ιδιοκτητών Οίκων Ευγηρίας. Εκάλυψε δε την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου 2003.

Τις συνεντεύξεις για συμπλήρωση των ανώνυμων ερωτηματολογίων έκαναν 12 φοιτητές και φοιτήτριες της Νοσηλευτικής και άλλων επαγγελμάτων, μετά από προετοιμασία και άσκηση δύο ημερών. Την στατιστική ανάλυση των στοιχείων έκανε η Μονάδα Συμβουλευτικής και Μελετών του Intercollege Λεμεσού υπό την καθοδήγηση του επίκουρου καθηγητή Δρ. Ιωάννη Κουντούρη.

Η έρευνα αποτελείτο από δύο σκέλη. Το ένα αφορούσε την εξακρίβωση του αριθμού των ατόμων με Γεροντική Άνοια που διαμένουν σε Στέγες (Γηροκομεία), τα χαρακτηριστικά τους και τον βαθμό ικανοποίησης των συγγενών τους με τη φροντίδα που τους παρέχεται.

Το άλλο σκέλος αφορούσε τη διερεύνηση των συνθηκών διαβίωσης και φροντίδας των 300 περίπου ατόμων με Χρονιά Ψύχωση που ευρίσκονται στις Στέγες, τον βαθμό επαφής που έχουν με την οικογένεια τους και άλλων συναφών παραμέτρων.

Στην Κύπρο υπάρχουν σήμερα 137 Στέγες (61 στη Λευκωσία, 49 στη Λεμεσό, 16 στη Λάρνακα, 8 στη Πάφο και 3 στην Αμμόχωστο). Οι περισσότερες είναι ιδιωτικές (103) ενώ υπάρχουν 27 κοινοτικές και 7 κρατικές. Φιλοξενούν περίπου 3.300 άτομα, το 91% των οποίων είναι ηλικίας άνω των 65 ετών.

Α. Γεροντική 'Ανοια και Στέγες Ευγηρίας

Το αντιπροσωπευτικό δείγμα αποτελείται από 422 άτομα που διαμένουν σε 20 Στέγες που επιλέγηκαν ισοζυγισμένα από όλη την Κύπρο και που φιλοξενούν ένα μέσο όρο απο 25 ενοίκους.

Τα σημαντικώτερα ευρήματα είναι τα ακόλουθα:

  1. Οι Στέγες Ευγηρίας της Κύπρου φιλοξενούν ένα μεγάλο αριθμό ατόμων με Γεροντική Ανοια που ξεπερνά το 50% του συνόλου των ενοίκων τους. Από αυτούς οι μισοί έχουν σοβαρής μορφής Άνοια, 21% μέτρια και 29% ελαφρά. Το ποσοστό αυτό είναι παρόμοιο με εκείνο πρόσφατων ερευνών σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες.
  2. Η Άνοια παρουσιάζεται σε ψηλώτερο ποσοστό στις μεγαλύτερες ηλικίες, στις γυναίκες και σε αναλφάβητα άτομα.
  3. Ένας στους τέσσερεις ενοίκους των Στεγών είναι κλινήρης και δεν επικοινωνεί ενώ το ποσοστό αυτό είναι μεγαλύτερο στα άτομα με Άνοια (37%).
  4. Το 70% των ενοίκων δεν λαμβάνει οποιαδήποτε ψυχοφάρμακα ή υπνωτικά. Αυτό συγκρίνεται ευνοϊκά με κάποιες Ευρωπαϊκές χώρες όπως η Σουηδία. Θα πρέπει όμως να δοθεί εξήγηση για τη λήψη ψυχοφαρμάκων ή και υπνωτικών από το υπόλοιπο 30% παρά το γεγονός ότι μόνο 10% των ενοίκων έχει χρονία ψύχωση.
  5. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο 15% των ενοίκων εθεωρούντο από τους Διευθυντές της Στέγης ότι έπασχαν από Ανοια και ακόμη μικρότερο ποσοστό (2%) ελάμβαναν τα ειδικά φάρμακα που δικαιούνται δωρεάν από τα κυβερνητικά φαρμακεία. Είναι πιθανόν η πιό έγκαιρη διάγνωση και χορήγηση των φαρμάκων αυτών να είχε θετικά αποτελέσματα στην πορεία της νόσου και τη συνέχιση παραμονής τους στο οικογενειακό περιβάλλον.
  6. Κατέστη δυνατή τηλεφωνική επικοινωνία μόνο με τους μισούς συγγενείς των ενοίκων με πιθανή Άνοια. Κυρίως λόγω της άρνησης, για λόγους αρχής, των Διευθυντών ορισμένων Στεγών να επιτρέψουν αυτή την επικοινωνία. Η ικανοποίηση αυτών των συγγενών με την παρεχόμενη φροντίδα ήταν εξαιρετικά μεγάλη και δεν αναφέρθηκε καμμιά περίπτωση άσκησης σωματικής βίας από το προσωπικό.
  7. Είναι φανερό ότι τα Γηροκομεία της Κύπρου, όπως και αυτά σε μερικές άλλες χώρες, μετατρέπονται σταδιακά αλλά σταθερά σε γηριατρικές μονάδες που θα χρειασθούν αναβάθμιση του επιπέδου ιατρικής, νοσηλευτικής και άλλης φροντίδας. Ελπίζουμε ότι οι Κανονισμοί του 2000 για τις Στέγες θα καλύψουν μέρος αυτών των αναγκών.

Β. Χρονία Ψύχωση και Στέγες Ευγηρίας

Μετά το 1985 αποφασίσθηκε η αποϊδρυματοποίηση των ασθενών που ενοσηλεύοντο στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Η προώθηση όμως της Κοινοτικής Ψυχιατρικής και η δημιουργία εξωνοσοκομειακών δομών που θα εφιλοξενούσαν προσωρινά ή μόνιμα τα άτομα με χρονία ψύχωση που δεν ήταν δυνατό να επιστρέψουν στην οικογένεια τους προχώρησε με αργά βήματα. Έτσι λόγω ανυπαρξίας άλλων ενδιάμεσων δομών ένας αριθμός γύρω στα 300 άτομα διαμένουν σήμερα σε διάφορα Γηροκομεία, μερικά από τα οποία εξειδικεύονται σ'αυτό τον τομέα.

Το αντιπροσωπευτικό δείγμα αποτελείται απο 119 άτομα που διαμένουν σε 15 Στέγες (9 στη Λευκωσία, 5 στη Λεμεσό και 1 στη Λάρνακα) με τον μεγαλύτερο αριθμό ατόμων με χρονία ψύχωση.

Τα σημαντικώτερα ευρήματα είναι τα ακόλουθα :

  1. Ο αριθμός των ατόμων με χρονία ψύχωση που διαμένει σε Στέγες Ευγηρίας (Γηροκομεία) αυξάνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια. 56% είναι γυναίκες και 44% άνδρες.
  2. Κανένα από τα άτομα αυτά δεν εργάζεται εκτός της Στέγης παρ 'όλο ότι το 60% ευρίσκεται σε εργάσιμη ηλικία. Είναι εμφανής η ανάγκη για καλύτερα προγράμματα επαγγελματικής επαναδραστηριοποίησης.
  3. Είναι απογοητευτική η έκταση του στίγματος που συνεχίζει να υπάρχει ακόμη στην κυπριακή κοινωνία για την ψυχική ασθένεια. Αυτό διαφαίνεται από το μεγάλο ποσοστό των ασθενών (36%) που δεν έχει καμμιά επαφή με την οικογένεια του και των συγγενών που δεν θέλουν να μιλούν για αυτούς (63%).
  4. Οι περισσότεροι πάσχουν από Σχιζοφρένεια (63%). με μόνο 12% Μανιοκατάθλιψη. Σχεδόν όλοι λαμβάνουν ψυχοφάρμακα. Το 1/3 και υπνωτικά.
  5. Υπάρχει μεγάλη ικανοποίηση από τους Διευθυντές των Στεγών και τους συγγενείς που ήρθαμε σε επαφή για τη ψυχιατρική παρακολούθηση, που γίνεται κυρίως από τις Ψυχιατρικές Υπηρεσίες. Μόνο 10% (των Διευθυντών) δεν είναι ικανοποιημένοι.
  6. Το 55% βγαίνει εκτός της Στέγης χωρίς συνοδεία και οι περισσότεροι είναι ικανοποιημένοι με τη φροντίδα και ψυχαγωγία που τους παρέχεται (80%).
  7. Σημαντικό ποσοστό των Διευθυντών (54%) αλλά και των συγγενών δεν είναι ικανοποιημένο με την οικονομική κάλυψη, πράγμα που υποδεικνύει την ανάγκη πολιτικής απόφασης για μεγαλύτερη στήριξη, οικονομική και άλλη. τόσο των οικογενειών και των Στεγών που εξειδικεύονται στη φροντίδα αυτών των ατόμων υποκαθιστώντας άλλες ενδιάμεσες δομές που δεν υπάρχουν ακόμη.